"Can we play it from the start?"


Τρεις κοπέλες αποφασίζουν να σχηματίσουν ένα συγκρότημα που θα συνθέτει pop τραγούδια, τόσο όμορφα, όσο αυτά που οι ίδιες αγαπάνε. Επηρεασμένες από το οικοδομικό υλικό, το οποίο επικρατεί στις περισσότερες πόλεις παγκοσμίως (προφανώς, και στη δική τους, την Στοκχόλμη) επιλέγουν να ονομαστούν The Concretes. Το μόνο που απομένει είναι μάθουν κάποιο μουσικό όργανο! H Victoria Bergsman διαθέτει μία απαράμιλλης γοητείας φωνή και καταφέρνει να πείσει τις άλλες δύο ότι είναι η καταλληλότερη για να τραγουδάει. Η Lisa Milberg με την Maria Eriksson μονομαχούν με "πέτρα, ψαλίδι, χαρτί" για το ποια θα βρίσκεται δίπλα της, κρατώντας κιθάρα. Η Maria κερδίζει και η Lisa κάθεται πίσω από τα drums. Τέσσερα χρόνια μετά και έχοντας παράλληλα καλωσορίσει στην παρέα τους και αγόρια κυκλοφορούν το πρώτο τους EP (1999), το οποίο περνάει απαρατήρητο. Υπεύθυνη για την αποτυχία κρίνεται η δισκογραφική εταιρεία. Αποτέλεσμα; Λίγους μήνες μετά έρχεται η ώρα να δημιουργήσουν τη δική τους Licking fingers, η οποία θα αναλάβει τη διανομή του δεύτερου EP τους "Lipstick". Διαδικτυακές ακαδημίες ανάλογες εκείνης του Winter Academy παρουσιάζουν δείγμα της σε δημοσίευσή τους. Οι Aggeloi K. της εποχής το μεταδίδουν σε ραδιοφωνικούς σταθμούς (ανάλογους με τον Rodon fm του Μιχάλη Ε.) των ΗΠΑ. Η Up Records οσφραίνεται χρήμα και εκδίδει τα δύο EP τους με τον τίτλο "Boyoubetterunow". Για να γιορτάσουν την επιτυχία τους προσθέτονται νέα τακτικά (φτάνουν τα 8) και επίτιμα (άλλα 12) μέλη στο συγκρότημα. Σαξόφωνο, βιόλα, τρομπέτα, μπάσο, κιθάρα, όργανο, πιάνο, μαντολίνο, βιολί και πλήθος δεύτερων φωνητικών.


Το 2002 ο
Jari Haapalainen κλέβει ένα μεταφορικό φορτηγό και απαγάγει όλα τα μέλη του συγκροτήματος. Τους κλειδώνει σε ένα υπόγειο και σκοπεύει να τους αφήσει για μήνες νηστικούς, αν δεν συνεργαστούν σωστά και δεν του χαρίσουν ένα τραγούδι που θα τον ενθουσιάσει. Πέντε μέρες μετά του παραδίδουν το δίλεπτο pop αριστούργημα "You can't harry love". Εντυπωσιάζεται και λαμβάνει τη γενναία απόφαση να τους κρατήσει εκεί για ένα χρόνο μέχρι να ετοιμάσουν άλλα δέκα ακόμα συγκλονιστικά κομμάτια. Στα μέσα του 2003 έχουν έτοιμο το υλικό που τους ζήτησε, αποτυπώνοντας ιδανικά την αμφιβολία, την ευφορία, τη γλυκιά μελαγχολία και τη νοσταλγία που αισθάνεσαι βλέποντας τη ζωή σου να κυλάει, ρίχνοντας ματιές σε στιγμές που δεν λειτούργησαν και αναπολώντας ξεχωριστές μνήμες. Χαρούμενος τους ανακοινώνει ότι έχει σκοπό να τους ελευθερώσει, με τον όρο να ετοιμάσουν το artwork του δίσκου. Η Lisa, η οποία ασχολείται με τη ζωγραφική απομονώνεται για βδομάδες και επιστρέφει με κομψοτεχνήματα, τα οποία ντύνουν το cd. To 2004 είναι η χρονιά που ο ομώνυμος πρώτος δίσκος τους εισβάλλει στις καρδιές μας. Για βδομάδες μένει στο cd player μας. Η ακρόαση του ξεκινάει από νωρίς το πρωί και με βαριά καρδιά σταματάει αργά το βράδυ. Ο διεθνής τύπος πλέκει το εγκώμιό του. Ένα χρόνο μετά ρίχνουν στην αγορά το "Layourbattleaxedown" με b-sides και μια φρέσκια διασκευή του "Miss you" (που ξεπερνάει το πρωτότυπο) των Borring Stones. Συγγνώμη. Rolling ήθελα να γράψω. Σχεδόν αψεγάδιαστο. Το χαμόγελό μας εκτείνεται μέχρι τα αυτιά. Και ενώ δεν περιμένουμε σύντομα νέο χτύπημα, καταφθάνει συνοδευόμενο με χρωματιστό ασθενοφόρο. "In colour". Και αντί να λούσει την ψυχή μας με ανεξίτηλες μπογιές ευτυχίας, μας πλημμυρίζει (εναλλακτικά ξυλοφορτώνει) με απογοήτευση. Αδικαιολόγητα υπερφορτωμένος ήχος που μας αναγκάζει να επισκεφτούμε το κοντινότερο νοσοκομείο για αναπνευστική υποστήριξη. Η μαγεία απουσιάζει και το μόνο που διασώζεται είναι το artwork (Σύμφωνοι. Kαι μερικά τραγούδια). Λίγους μήνες μετά η Victoria ανακοινώνει ότι αποχωρεί. Δεν άντεχε τις συναυλίες. Ήθελε κάτι άλλο. Και η πρόταση έρχεται από τους Peter Bjorn and John για να συνεισφέρει φωνητικά στο "Young folks". H χαρά επιστρέφει στην αγκαλιά μας! Αυτό που περιμέναμε αφίχθη από άλλο, όμως, δρόμο και ονομαζόταν "Writer's block".


Οι υπόλοιποι The Concretes δεν τα παρατάνε και μονομαχούν ξανά με "πέτρα, ψαλίδι, χαρτί" για το ποιος θα αναλάβει να καλύψει την κενή θέση. Η Lisa αναδεικνύεται νικήτρια, χάρη στα ιδιαίτερα μαθήματα "μονομαχίας" που παρακολουθούσε όλα αυτά τα χρόνια. Το πάθημα γίνεται μάθημα. Για μήνες γράφει στίχους και συνθέτει μουσική για να ανταποκριθεί στα νέα καθήκοντα. Το συγκρότημα αρχίζει να ξαναβρίσκει το μονοπάτι που ακολουθούσε, ώσπου μαθαίνει ότι η Victoria σχηματίζει δικό της συγκρότημα με το όνομα Taken by trees. Πεισμώνουν και κυκλοφορούν φέτος το "Hey trouble" επιβεβαιώνοντας το ρητό "Κάθε εμπόδιο για καλό". Οι μελωδίες τους είναι απλές, πλούσιες όμως σε ηχητικές συνεισφορές. Κερδίζουν σταδιακά (με κάθε ακρόαση) την εμπιστοσύνη μας (αυτό δε σημαίνει ότι τα καταφέρνουν περίφημα), ενώ 18 Ιουνίου περιμένουμε και το "Open field" (demo ηχογραφήσεις στο site της) της Victoria.



The Concretes - A whales heart

The Concretes - Kids (video)

ΥΓ. Πολλά από τα παραπάνω δεν αναφέρονται στη βιογραφία τους, ωστόσο, αποφάσισα να την εμπλουτίσω λίγο.



"Like wakin' up from a painted dream, the world's still the same…"

Η ΠΑγκόσμια ΟΙκογένεια των ΔΓΙΑμαντιών έστησε το δικό της διαδικτυακό καφενείο, προκειμένου να σχολιάσει τις πρόσφατες ζωντανές εμφανίσεις των The Last drive (αλλά και των Dread astaire και Νάνων) σε Θεσσαλονίκη και Λάρισα. Ελάχιστα από τα όσα ειπώθηκαν, δημοσιεύθηκαν στο επίσημο blog της.

Μία διάσημη χαρτορίχτρα μου εκμυστηρεύτηκε ότι η συνεργασία πέτυχε και το αποτέλεσμα αντιπροσωπεύει επάξια την πραγματικότητα. Στη θέση σας θα την εμπιστευόμουν και θα έριχνα μια ματιά.

Και προς Θεού (λαϊκή φρασεολογία που εικάζει ότι με επίκληση στο Θεό θα σε πείσει να το πράξεις) μην ψιθυρίσεις ότι το αποτέλεσμα δε σου άρεσε (θα χάσουν τη θέση τους όλοι όσοι εργάστηκαν γι’ αυτό). Φήμες λένε ότι και οι τοίχοι έχουν αυτιά (και μάλλον θα τους ενημερώσουν).



"Suddenly comes..."

Επισκεφτείτε αμέσως την ιστοσελίδα της δισκογραφικής εταιρείας Important records για να διαβάσετε περισσότερα για το αποτέλεσμα της συνεργασίας των Xiu Xiu με τους Larsen και να ακούσετε δύο κομμάτια από αυτήν. Χρειάζεται να σας προτρέψω να σπεύσετε να το προμηθευτείτε (οι πρώτοι 1000 θα λάβουν και ένα επιπλέον cd (περίπου 22 λεπτών) με τις ηχογραφήσεις από τις πρόβες τους) ή θα είναι περιττό;



"We gave away our hearts before we even knew what they were..."

Τελικά τι μας ωθεί να αγοράσουμε ένα δίσκο; Και πως το περιεχόμενό του γίνεται ελκυστικότερο στον καταναλωτή; Είναι γεγονός ότι οι περισσότεροι από εμάς διαθέτουν τεράστιες ψηφιακές δισκοθήκες. Και δεν βρίσκω κάτι το μεμπτό σε αυτό, από την στιγμή που οτιδήποτε μου (μας) κεντρίσει την προσοχή το αποκτώ (-ούμε). Τα τελευταία χρόνια προστίθεται επιπλέον υλικό στα cd είτε αυτό πρόκειται για dvd με βίντεο του συγκροτήματος, αποσπάσματα από ηχογραφήσεις, συναυλίες, είτε εναλλακτική συσκευασία και μεγαλύτερο booklet, είτε πρόσβαση σε επιπρόσθετη μουσική, είτε ένα επιπλέον cd με τραγούδια. Συνήθως όλα αυτά δεν εντυπωσιάζουν (πόσες φορές είδατε τα dvd που συνοδεύουν ένα δίσκο; Σπάνια πάνω από δύο φορές). Βέβαια, σε αρκετές περιπτώσεις δεν υπάρχουν ούτε οι στίχοι. Για παράδειγμα στο "23" των αγαπημένων μου Blonde Redhead ακόμα και οι πληροφορίες που αφορούν την παραγωγή είναι γραμμένες πάνω στο cd.

Ανεξάρτητα από όλα αυτά πάντα με ενδιέφερε ολόκληρο το μουσικό περιεχόμενο ενός δίσκου και όχι μεμονωμένα ένα κομμάτι. Εξαίρεση αποτελούν τα soundtracks με συνθέσεις από διαφορετικά συγκροτήματα, οι διασκευές και τα singles τα οποία αποτελούν προπομπό μιας κυκλοφορίας και δεν διαθέτουν κάποιο αξιόλογο b-side.

Άραγε πόσοι είναι αυτοί που δεν έχουν ακούσει (αν όχι αποκτήσει το "Sound of silver" των LCD soundsystem); Το "All my friends" είναι το τραγούδι που ανέγνωσαν διαφορετικά οι Franz Ferdinand (κυκλοφορεί ως b-side στο ομώνυμο single) και το τελικό αποτέλεσμα τους δικαιώνει. Η (φωνητική) ερμηνεία του Alex Kapranos αναλαμβάνει τον πρωταγωνιστικό ρόλο, οι ενθουσιώδεις κιθάρες ξετρυπώνουν το ρυθμό και πλάθουν μία ξεσηκωτική ατμόσφαιρα, τα πλήκτρα που έχουν ξεθάψει από τα '80s και θυμίζουν The Cure καρφώνονται μονομιάς στο μυαλό σου και σε πιέζουν σε διαρκής περιστροφική κίνηση, ενώ ιδιαίτερη μνεία αξίζει στη παραγωγή του σπουδαίου Erol Alkan. Το μόνο αρνητικό είναι ότι η διάρκειά του είναι μικρότερη από εκείνη του πρωτότυπου. Αν και αυτό το πρόβλημα λύνεται εύκολα πατώντας το repeat.



Τρία χρόνια μετά το "Thunder, lightning, strike" που προσγειώθηκε ανεπάντεχα στο cd player μου και μετά τις πρώτες δύο ακροάσεις έμελλε να ερωτευτώ κεραυνοβόλα, οι The Go! Team επιστρέφουν με το single "Grip like a vice" λίγο πριν την παρουσίαση της νέας τους ακυκλοφόρητης ακόμα δουλειάς. Ο Ian Parton αναμειγνύει εκλεκτά samples με τα αξιολάτρευτα rap φωνητικά της Ninja και σε συνδυασμό με τα αγχώδη drums και την ποιότητα του ήχου που ακούγεται λες και έχει ηχογραφηθεί από ραδιόφωνο μας χαρίζει ένα ακόμα (τραγούδι, άρα) λόγο για να χορέψουμε. Τόσο εθιστικό το αποτέλεσμα που θα εύχεσαι να σε καλέσουν σε κάποιο πάρτι να διαλέξεις μουσική.



Οι κριτικές για το Spider-man 3 μπορεί να είναι μέτριες, ωστόσο στο soundtrack εκτός από το "Red river" των Walkmen συναντάμε και το κιθαριστικά ηχηρό "Sealings" των Yeah yeah yeahs. Δυναμίτης (έστω και χωρίς εκπλήξεις)!



Ακόμα μία εξαιρετική τραγουδίστρια από τον Καναδά. Εκτός από την Feist, η φωνή της οποίας μοιάζει με εκείνη της Norah Jones, ενίοτε και με της Chan Marsall (αν και ο Wong Kar Wai επέλεξε τις δύο τελευταίες στο "My blueberry nights") η οποία κυκλοφόρησε φέτος το "The reminder", προσθέστε και την Basia Bulat. Με το "Oh my darling" έρχεται να της κλέψει τη δόξα. Πανέμορφες ενορχηστρώσεις, κιθάρες, έγχορδα, μαντολίνο, πιάνο, φλάουτο, ... και γλυκά μελωδική φωνή. Δίσκος που γοητεύει (αν και το εξώφυλλό του, όσο όμορφο και αν είναι το πρόσωπό της, είναι αποκρουστικό. Σίγουρα όχι τόσο όσο του Volta).



"What happened to ... me?"

Η πορεία είναι σχεδόν προδιαγεγραμμένη. Ο χορός ξεκινάει με τις εκτελέσεις των νέων τραγουδιών ζωντανά. Πλήθος ηχογραφήσεων από τους παρευρισκόμενους σε αυτές, που όμως δεν καταφέρνουν να ικανοποιήσουν κανέναν. Ακολουθούν συνεντεύξεις από το συγκρότημα, ανακοινώσεις για την επίσημη κυκλοφορία του και το εξώφυλλο του δίσκου. Λίγες μέρες μετά κάποιος ραδιοφωνικός παραγωγός μεταδίδει σε αποκλειστικότητα το single. Οι εφαρμογές για διαδικτυακό rip ετοιμάζονται και η πρώτη γεύση είναι γεγονός. Ελάχιστες φορές χάνονται τα πρώτα δευτερόλεπτα, που διακόπτεται το τραγούδι ή ο σχολιασμός ξεκινάει πριν τελειώσει. Τρεις μέρες μετά, όταν δεν έχει απομείνει κανένας πλέον που να μην το διαθέτει, διαρρέει σε άριστη ποιότητα. Μικρός χαμός. Κάποιοι δεν το προλαβαίνουν, κάποιοι ξεκινούν να σχολιάζουν, κάποιοι παραπονιούνται. Η ταλαιπωρία λαμβάνει συνήθως τέλος σε μερικές ώρες, όταν ολόκληρη η δισκογραφική δουλειά διατίθεται νόμιμα (από τις ίδιες τις δισκογραφικές εταιρείες, έστω και αν εκ των υστέρων διαμαρτύρονται. Εξάλλου, είναι ο καλύτερος τρόπος προώθησης) για προακρόαση (εναλλακτικά download). Συζητήσεις και αντιπαραθέσεις (άλλαξε ο ήχος τους, ξανάρχισαν (ενίοτε και σταμάτησαν) τα ναρκωτικά, κυνηγούν τη ραδιοφωνική επιτυχία, τέτοιους στίχους δεν γράφει ούτε ο Chris Martin, τους παρακολούθησα χθες και έκλαψα τα λεφτά που πλήρωσα, γιατί επέλεξαν το συγκεκριμένο για να αναλάβει την παραγωγή, ο δίσκος της χρονιάς, πόσο θα βαθμολογηθεί από το pitchfork) έπονται.

Η σειρά δεν είναι πάντα αυτή. Επίσης, τον τελευταίο χρόνο νέα τραγούδια ακούγονται και σε sessions.
.
The Walkmen. Εκτός από τη συμμετοχή τους στο soundtrack του Spiderman III με το Red river (διαβάστε περισσότερα σε πρόσφατο post μου) περιοδεύουν και ετοιμάζουν τη νέα τους κυκλοφορία (αναμένεται το φθινόπωρο). Ήδη καυχιούνται (η τουλάχιστον θα πρέπει, αν κρίνουμε από το αποτέλεσμα) ότι έχουν έτοιμο σπουδαίο υλικό. Η συγγραφή των στίχων ξεκίνησε τον περασμένο Σεπτέμβριο και μέχρι στιγμής τα νέα τους δημιουργήματα είναι τουλάχιστον οχτώ.Υπόσχονται εντελώς νέο (γεγονός που τους ενθουσιάζει) και καθαρότερο ήχο, χαμηλότερης έντασης και διαφορετικών δυναμικών, ενώ τα πνευστά δεν θα απουσιάζουν. Ζήτω! Αν και λατρεύω όλους τους δίσκους τους, έχω την πεποίθηση ότι ο νέος τους θα αποκτήσει ξεχωριστή θέση στη δισκοθήκη μου (για να αποφύγω το "στην καρδιά μου").

Η κιθάρα δίνει το σύνθημα με τις ευφορικές μελωδίες της, το πιάνο και το όργανο εναλλάσσονται αχόρταγα και κονταροχτυπιούνται για το ποιο θα μαγνητίσει την προσοχή του ακροατή θυμίζοντας εποχές "Everyone who pretended to like me is gone", η φωνή του Hamilton Leithauser σκαρφαλώνει στις υψηλότερες κλίμακες και γκρεμίζεται εντυπωσιακά, χωρίς καμία γρατσουνιά (εννοώ παραφωνία), τα τύμπανα περιμένουν υπομονετικά τη σειρά τους (μέχρι να φτάσει η ώρα του studio) και σε κάποια σημεία ξεσηκώνονται για να χαρίσουν μικρές απροσδόκητες δονήσεις.


Follow their traces